Η ρήξη του δικεφάλου μυός είναι ένας τραυματισμός που προκαλεί έντονο πόνο και απώλεια δύναμης στο άνω άκρο. Εμφανίζεται κυρίως σε άτομα που σηκώνουν βάρη ή εκτελούν απότομες κινήσεις κάμψης και ανύψωσης.
Ο δικέφαλος μυς του βραχίονα αποτελείται από δύο κεφαλές — τη μακρά και τη βραχεία — οι οποίες ενώνονται και καταφύονται στο αντιβράχιο. Η ρήξη μπορεί να συμβεί είτε στην περιοχή του ώμου (ρήξη τένοντα μακράς κεφαλής) είτε, σπανιότερα, στον αγκώνα (ρήξη καταφυτικού τένοντα). Η ρήξη στον ώμο είναι συχνότερη σε άτομα άνω των 40 ετών και σχετίζεται με εκφυλιστικές αλλοιώσεις του τένοντα, ενώ η ρήξη στον αγκώνα προκαλείται συνήθως από απότομη έλξη ή άρση μεγάλου βάρους.
Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν αιφνίδιο, οξύ πόνο, οίδημα και αιμάτωμα στην περιοχή, καθώς και χαρακτηριστική “παραμόρφωση” του μυός — γνωστή ως “σημείο Popeye”, όπου ο μυς συρρικνώνεται προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Ο ασθενής εμφανίζει αδυναμία στην κάμψη ή στην περιστροφή του αντιβραχίου.
Η διάγνωση γίνεται με το ιστορικό, την κλινική εξέταση και εφόσον χρειάζεται, με υπερηχογράφημα ή μαγνητική τομογραφία για να καθοριστεί το σημείο και ο βαθμός της ρήξης.
Η θεραπεία εξαρτάται από τη θέση και τη σοβαρότητα της βλάβης. Οι μερικές ρήξεις ή οι ρήξεις της μακράς κεφαλής συνήθως αντιμετωπίζονται συντηρητικά με φυσικοθεραπεία και ενδυνάμωση των υπολοίπων μυών. Οι πλήρεις ρήξεις του καταφυτικού τένοντα, κυρίως σε νεότερους και δραστήριους ασθενείς, απαιτούν χειρουργική αποκατάσταση.
Με την κατάλληλη αγωγή, οι περισσότεροι ασθενείς ανακτούν πλήρως τη δύναμη και τη λειτουργικότητα του άκρου, επιστρέφοντας στις καθημερινές ή αθλητικές τους δραστηριότητες χωρίς περιορισμούς.
Επικοινωνήστε μαζί μας για να δημιουργήσουμε ένα εξιδεικευμένο πλάνο για το δικό σας πρόβλημα.





